Ο
Άρης παρακολουθούσε συντετριμμένος το
φέρετρο του φίλου του να το καλύπτει το
χώμα. Το επίμονο ψιλόβροχο τον είχε
κάνει μούσκεμα μέχρι τα κόκκαλα, αλλά
δεν φαινόταν να το είχε καν προσέξει.
Απλώς καθόταν εκεί, μην μπορώντας να
πιστέψει πως δεν θα ξανάβλεπε ποτέ πια
τον Αντρέα, τον καλύτερο φίλο του. Τον
μοναδικό φίλο του.
Ο
Άρης ήταν αυτός που φώναξε τους γείτονες
όταν τον βρήκε να κάθεται ασάλευτος
στον καναπέ. Ο γιατρός που ήρθε μετά
απλώς διαπίστωσε το θάνατό του. Ανακοπή
καρδιάς. Ναι, ο Αντρέας είχε αδύναμη
καρδιά παρά το νεαρό της ηλικίας του.
Είχε όμως μια μεγάλη καρδιά.
Ο
Αντρέας ήταν αυτός που τον είχε βοηθήσει
όταν τριγύριζε στους δρόμους, γυρεύοντας
από τους περαστικούς να του δώσουν κάτι
να φάει. Ο Αντρέας ήταν ο πρώτος που του
μίλησε γλυκά, που όχι απλώς τον λυπήθηκε,
αλλά τον συμπάθησε κιόλας. Τον πήρε να
μείνουν στο σπίτι του. Ήταν ένα άθλιο
ημιυπόγειο δωμάτιο σε ένα εγκαταλειμμένο
νεοκλασικό. Από το μοναδικό σπασμένο
παράθυρο έμπαινε λιγοστό φως και οι
γωνίες του δωματίου είχαν μαυρίσει από
την υγρασία. Ήταν όμως ένα σπίτι. Η σχέση
τους γρήγορα εξελίχθηκε σε μια δυνατή
φιλία. Ίσως γιατί ήταν και οι δυο τους
ορφανοί και κατά κάποιο τρόπο
καταλαβαινόντουσαν. Ίσως γιατί και οι
δυο είχαν βρει ο ένας στον άλλο ένα
στήριγμα. Το γεγονός ήταν πως ήταν πια
αχώριστοι.
Ο
Αντρέας ήταν ένα χαμίνι, ένα κλεφτρόνι
του δρόμου. Σύντομα ο Άρης έγινε συνεργός
του στην παρανομία. Η αγαπημένη τους
τακτική ήταν σχετικά απλή. Πρώτα διάλεγαν
το θύμα. Συνήθως ήταν κάποιος μικροπωλητής,
από αυτούς με τους υπαίθριους πάγκους.
Έπειτα, ο Άρης τους τράβαγε την προσοχή
για να προκαλέσει αντιπερισπασμό. Ο
Αντρέας καραδοκούσε παραπέρα και μόλις
έβρισκε ευκαιρία βούταγε κάτι από τον
πάγκο, αν είχε τίποτα φαγώσιμο ή στην
καλύτερη περίπτωση, αν το κεσεδάκι με
τις εισπράξεις δεν ήταν κρυμμένο, έβαζε
το χέρι μέσα και άρπαζε όσα ψιλά μπορούσε
να χωρέσει η παλάμη του και, αν όλα
πήγαιναν καλά και δεν τους έπαιρναν
χαμπάρι, απομακρύνονταν σιγά-σιγά σαν
κύριοι. Δεν ήταν όμως λίγες οι φορές που
διανύσαν τη μισή πόλη τρέχοντας, με
κάποιον έξαλλο μπάρμπα να τρέχει ξοπίσω
τους.
Πέρασαν
έτσι κάμποσα χρόνια. Όμως οι κακουχίες
είχαν καταβάλλει την προβληματική
καρδιά του Αντρέα. Είχε γίνει πιο αργός
στο τρέξιμο. Μερικές φορές, την ώρα που
έτρεχαν σταμάταγε και κράταγε το στήθος
του. Αφού κάποια φορά, ένας παγωτατζής
μόλις που δεν τους τσάκωσε. Όμως ο Αντρέας
δεν του έλεγε τίποτα. Δεν ήθελε να τον
κάνει να ανησυχεί. Έλεγε απλώς ότι μάλλον
είχε κρυώσει. Και να που τώρα είχε γίνει
το κακό.
Ο
Άρης έμεινε τρεις ολόκληρες μέρες
ασάλευτος δίπλα από τον τάφο του φίλου
του, μέχρι που ο φύλακας του νεκροταφείου
τον πήρε χαμπάρι και τον πέταξε έξω.
Προσπαθώντας να συνέλθει κατευθύνθηκε
προς το σπίτι τους. Όμως άλλη μια δυσάρεστη
έκπληξη έκανε την καρδιά του να σφίξει.
Μία μπουλντόζα είχε ισοπεδώσει το κτίριο
και φόρτωνε τα μπάζα σε ένα φορτηγό.
Αμέσως η εικόνα της προηγούμενης ζωής
του, πριν γνωρίσει τον Αντρέα, ξαναζωντάνεψε
μπρος στα μάτια του, κάνοντας την απώλεια
του φίλου του ακόμα πιο δυσβάσταχτη.
Περιπλανήθηκε όλη νύχτα ώσπου τελικά
βρήκε καταφύγιο σε μια απάνεμη είσοδο
ενός καταστήματος ρούχων.
Η
επόμενη μέρα τον βρήκε να τον ξυπνά ένας
κακόκεφος μαγαζάτορας με μια κλωτσιά
στα πισινά. Πετάχτηκε όρθιος και νιώθοντας
πολύ αδύναμος για να υπερασπιστεί την
αξιοπρέπειά του, απομακρύνθηκε με
σκυμμένο το κεφάλι. Κάθισε σε ένα πεζούλι
και παρακολουθούσε τους περαστικούς
να πηγαινοέρχονται με το βιαστικό τους
περπάτημα. Κάποια στιγμή, μια γυναίκα
με ένα μικρό παιδάκι σταμάτησε να χαζέψει
τη διπλανή βιτρίνα. Το παιδάκι άφησε το
χέρι της μάνας του και τον πλησίασε.
Προφανώς βλέποντάς τον σε αυτή την
κατάσταση, η αθώα παιδική ψυχούλα του
τον λυπήθηκε και άπλωσε το χέρι του να
του προσφέρει το σουσαμένιο κουλούρι
που κρατούσε.
«Μη
Νικόλα» φώναξε έντρομη η μητέρα του,
μολις αντιλήφθηκε την κίνηση του παιδιού
της. «Φύγε από κει, μπορεί να σε δαγκώσει.
Βρωμόσκυλα, γιατί δεν τα μαζεύει κάποιος;»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου