Η
Γωγώ τελείωσε με το τάισμα του μωρού
της και το έβαλε για ύπνο στο λίκνο του.
Είχε ήδη κλείσει τα ματάκια της και το
προσωπάκι της φαινόταν γαλήνιο. Τη
σκέπασε καλά και τη φίλησε στο κεφαλάκι
της. Έπειτα, πήγε στο καθιστικό και άφησε
τη συσκευή της ασύρματης ενδοεπικοινωνίας
δίπλα στην τηλεόραση. Άνοιξε την
τηλεόραση, ξαπλώθηκε στον τριθέσιο
καναπέ της με το τηλεκοντρόλ στο χέρι
και βολεύτηκε κάτω από τα σκεπάσματα.
Ήταν
μια δύσκολη μέρα και αισθανόταν απίστευτα
κουρασμένη. Ήταν η τρίτη μέρα που είχε
βγει από το μαιευτήριο. Ήδη από την
προηγούμενη, ο άντρας της έφυγε για
δρομολόγιο και δε θα γύριζε πριν από
την άλλη εβδομάδα. Το σπίτι ήταν άνω
κάτω και ένα σωρό δουλειές την περίμεναν.
Τώρα με το παιδί, όλα αυτά της φάνταζαν
βουνό. Επιπλέον, χώρια του ότι η μπέμπα
της ήθελε συνεχώς φροντίδα, έπρεπε να
φροντίζει και για τον εαυτό της.
Τουλάχιστον τα βασικά. Να πλυθεί, να
ξεκουραστεί και να φάει… Να φάει. Μόλις
έκανε αυτή τη σκέψη ένοιωσε μια λιγούρα.
Ήταν όμως τόσο κουρασμένη για να σηκωθεί.
Ούτως ή άλλως δε θυμόταν να υπάρχει
έτοιμο φαγητό στο ψυγείο. Αν η μητέρα
της ζούσε, θα ‘ταν αλλιώς τα πράγματα.
Αλλά είχε καιρό που τους είχε αφήσει.
Αν
ήταν εδώ, θα τη βοηθούσε. Θα της καθάριζε,
θα της έπλενε τα ρούχα, θα σιδέρωνε, θα
της μαγείρευε… μμμ…. Της ήρθε η μυρουδιά
από φρεσκομαγειρεμένο, αχνιστό φαγητό...
Πάνω απ’ όλα όμως, θα είχε κάποιον να
ρωτήσει για το παιδί. Τι να το κάνει,
όταν κλαίει, πώς να το ταΐζει. Η πείρα
της, θα της ήταν πολύτιμη. Θα μπορούσε
να βασιστεί πάνω της. Θα ένοιωθε σιγουριά.
Άλλωστε, αυτή ήταν που την είχε μεγαλώσει.
Και θα τη βοηθούσε να μεγαλώσει και τη
μικρή.
Κάποια
στιγμή θα τελειώσει η άδειά της και
πρέπει να γυρίσει στη δουλειά. Πρέπει
να βρει κάποιον να κρατάει το παιδί.
Έναν ξένο. Ενώ η μητέρα της θα ήταν δικός
της άνθρωπος. Θα την εμπιστευόταν. Αυτές
οι σκέψεις έκαναν την απουσία της ακόμα
πιο επώδυνη. Θυμήθηκε πόσο είχε κλάψει
στην κηδεία της. Ήταν ένα έντονο, πηγαίο,
αληθινό κλάμα. Τελικά, όσο μεγάλος και
να ‘σαι, η απώλεια της μάνας είναι κάτι
που δεν επουλώνεται. Γιατί η μάνα με το
παιδί έχει ένα ξεχωριστό, μοναδικό
δέσιμο. Αυτό το συνειδητοποιούσε τώρα,
που μια καινούρια ψυχούλα κοιμόταν στο
διπλανό δωμάτιο.
Ένοιωσε
μια ψύχρα και χώθηκε πιο βαθιά στη
χνουδωτή κουβέρτα της. Στην τηλεόραση
έπαιζε μια αδιάφορη αστυνομική σειρά
μυστηρίου. Όχι ότι καλύτερο, αλλά ούτως
ή άλλως δε θα αργούσε να την πάρει ο
ύπνος. Της άρεσε να την παίρνει ο ύπνος
μπροστά στην τηλεόραση. Ήταν μια συνήθεια
που είχε από τότε που ήταν μικρή. Καθόταν
ξαπλωμένη και παρακολουθούσε τηλεόραση
και μετά από λίγη ώρα τα μάτια της
έκλειναν και με δυσκολία προσπαθούσε
να τα κρατήσει ανοιχτά. Αλλά η δύναμη
της τηλεόρασης ήταν πολύ μεγάλη - όπως
της άρεσε να σκέφτεται - και τελικά
παραδινόταν σε ένα γλυκό ύπνο.
Το
λαμπάκι της ενδοεπικοινωνίας άναψε για
μια στιγμή. Η Γωγώ τέντωσε τα αυτιά της
και περίμενε. Το λαμπάκι άναψε ξανά και
έμεινε ανοιχτό για λίγα δευτερόλεπτα,
όμως δεν ακούστηκε κάτι. Δυνάμωσε την
ένταση και κόλλησε τη συσκευή στο αυτί
της. Ύστερα από λίγο το λαμπάκι άναψε
ξανά. Στο αυτί της τώρα ήρθε ένας ήχος.
Στην αρχή της φάνηκε σα μουρμουρητό.
Κράτησε την αναπνοή της προσπαθώντας
να ακούσει καλύτερα.
Αυτό
που ακουγόταν δεν ήταν σίγουρα το κλάμα
της μικρής. Θα το καταλάβαινε αμέσως
και χωρίς δυσκολία. Ο ήχος φαινόταν να
έρχεται από μακριά, βαθιά μέσα από το
ηχείο της συσκευής και έμοιαζε να έχει
κάποιου είδους ρυθμό. Η καρδιά της άρχισε
να χτυπά πιο δυνατά. Γιατί αυτό που
άκουγε τώρα της φαινόταν ανεξήγητα
οικείο. Οι τρίχες στο σβέρκο της σηκώθηκαν
όρθιες και ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί
της απ’ άκρη σ’ άκρη, μόλις συνειδητοποίησε
τί ήταν αυτό που άκουγε. Ήταν το νανούρισμα
που της έλεγε η μητέρα της όταν την έβαζε
για ύπνο:
Κοιμάται
το παιδάκι μου και ποιός θα το ξυπνήσει,
Τ’
αηδόνι της ανατολής ή το πουλί της δύσης;
Κοιμάται
το παιδάκι μου και πως να το ξυπνήσω,
Να
πάρω το ροδόσταμο, να το δροσολογήσω;
Κοιμάται
το παιδάκι μου, και πως να το ξυπνήσω;
Να
το ξυπνήσω με φιλί, για να γλυκοξυπνήσει;
Κοιμάται
το μωράκι μου, κανείς μην το ξυπνήσει,
Ώσπου
να ‘ρθει η μάνα του να το γλυκοφιλήσει
Χρειάστηκε
να καταβάλει αρκετή προσπάθεια για να
ξεφύγει από την υπνωτιστική γητειά του
νανουρίσματος, αλλά τελικά κατάφερε να
σηκωθεί όρθια. Με την καρδιά της να
χτυπάει σαν τρελή, κατευθύνθηκε προς
το υπνοδωμάτιο. Μόλις άνοιξε την πόρτα
παρέλυσε και η συσκευή ενδοεπικοινωνίας
- που την κρατούσε ακόμα - της έπεσε από
το χέρι.
Μια
σκοτεινή μορφή ήταν σκυμμένη πάνω από
το λίκνο του μωρού. Έκανε να ορμήσει
μπροστά προς το παιδί της, αλλά δεν
μπόρεσε να κουνηθεί. Αντ’ αυτού, παρέμενε
κοκαλωμένη από τρόμο στη θέση της. Το
νανούρισμα, που ακουγόταν ακόμα από τη
συσκευή στο πάτωμα, σταμάτησε. Η μορφή
σηκώθηκε από το λίκνο. Ύστερα, αργά,
στράφηκε προς το μέρος της. Και τότε το
δωμάτιο φωτίστηκε από μόνο του. Και αυτό
που αντίκρισε απέναντί της ήταν το
λαμπερό πρόσωπο της μητέρας της, να της
χαμογελάει και να την κοιτά στοργικά,
με τα μεγάλα, πάντα υγρά μάτια της.
Ξύπνησε
στον καναπέ. Η συσκευή ενδοεπικοινωνίας
ήταν στο χέρι της. Το λαμπάκι ήταν σβηστό.
Στην τηλεόραση, ένας καλογυμνασμένος
τύπος επιδείκνυε ασκήσεις με ένα
καινούριο, επαναστατικό όργανο εκγύμνασης
κοιλιακών. Σηκώθηκε απότομα πάνω και
όρμησε προς το δωμάτιο. Άνοιξε την πόρτα
και έτρεξε στην κούνια. Το μωρό της ήταν
εκεί, όπως το έβαλε για ύπνο και κοιμόταν
σαν αγγελούδι. Ζεστά δάκρυα πλημμύρισαν
τα μάτια της. Η μητέρα της θα ήταν μαζί
τους. Να τις φυλά και να τις προσέχει.
Για πάντα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου